![]() |
Part II | ![]() |
![]() |
6. ΤΟ ΣΚΥΛΙ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΡΕΛΛΟ |
||
7. YOU NEED HELP? (Ο ΣΕΞΟΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ)
Eίναι 21 του Οκτώβρη. Ο σκύλος στα πόδια μου λαχανιάζει. Μπορεί απ΄τη ζέστη, αν κι έχω ανοίξει τα δυο παράθυρα κι εγώ, εδώ, στα ψηλά, δροσίζομαι. Μα κείνος μπήκε στη θέση κάτω απ΄το τιμόνι, με μεγάλη επιμονή, όπως όταν δεν θέλει να ξεκινήσω. Είμαι κατά μεσής πάνω από ένα μικροσκοπικό χωμάτινο γεφύρι ανάμεσα στα μύρτα, πέρα απ'την έκταση ενός ξενοδοχείου, το λένε "Αιγαίον hotel", στο Σούνιο. 'Εχω μείνει, δεν ξέρω από τι. Απέναντί μου ακούω τα γέλια των λουομένων και οι τουρίστες που όργωσαν τον κατσικόδρομο χτες το απόγευμα και σήμερα το πρωί απ'όταν ήρθαμε, χαμογελούν συγκαταβατικά ενώ εγώ προσπαθώ εναγώνια να βάλω μπροστά και να κάνω μανούβρες για να γυρίσω τουλάχιστο με τη μούρη εμπρός. Αυτή τη στιγμή ακούω πίσω μου τα θάμνα να χαρχαλεύουν, σημάδι ότι κάτι ζωντανό μας πλησιάζει. Πιθανότατα, όπως κάθε φορά που έχω κάποιο πρόβλημα θα ρωτήσουν τι έχω κι ύστερα θα μου ζητήσουν τα ρέστα, αυτή είναι η τυπική διαδικασία. Συνήθως μετά απ'αυτό, αν έχουμε ένα πρόβλημα γίνεται δυο, τουλάχιστον. Δεν είναι βλέπεις, πάντα δυνατόν, να πεις ευχαριστώ δεν έχω τίποτα. Ωστόσο θυμάμαι, για να πάρω κουράγιο, τις δέκα και δύο φορές που το αμάξι έμεινε και χωρίς άλλη παρέμβαση από την παρέμβαση του χρόνου μετά ξεκίνησε ξανά. Το μέρος είναι κατάλληλο για να μας συμβεί κάτι τέτοιο. Δέκα χιλιόμετρα από τον κοντινότερο οικισμό, κι εμείς δεν έχουμε φαί, δεν έχουμε λεφτά, δεν έχουμε νερό, δεν έχουμε τηλεκάρτα και μονάδες στο κινητό. Εγώ όμως ελπίζω ότι θα ξεκινήσω, ότι θα μπορέσω να ξεκινήσω μετά από κάποιο χρόνο. Η μόνη εξήγηση είναι στη χτεσινή μέρα, αρχινώντας από εκεί που μου ήρθε η φαεινή ιδέα να στρίψω αντί προς Σούνιο, δεξιά προς Βουλιαγμένη, επειδή είδα μια κόκκινη βίλλα πάνω σ'ένα λόφο, ψάχνοντας για τη θάλασσα, προτού πάω να βρω ταχυδρ. κουτί και τηλεκαμπίνα, περιμένοντας να λήξει η valeur για να σηκώσω χρήματα απ'το μηχάνημα. Στο τέλος του δρόμου ένα ξενοδοχείο που εκείνη την ώρα έμοιαζε έρημο αλλά όταν "εγκατασταθήκαμε" γέμισε εντελώς ξαφνικά πελάτες, φώτα, τουρισμό. Περνώντας την αυλή του έβγαινα στο μονοπάτι με το γεφυράκι και τα μύρτα και το αποτόλμησα αν και στενοποριά, για να είμαι σε δημόσιο και όχι ιδιωτικό χώρο καθώς δεν παύω να ελπίζω απ'όταν ξεκίνησα ότι κάπου ακόμα, σ'αυτή τη χώρα, υπάρχει δημόσια γη, για τον οδοιπόρο και τον ταξιδιώτη, ένα δάσος, ένα βουνό, μια παραλία, όπου να μπορείς να σταθείς να ξαποστάσεις χωρίς να σου ζητούν το λόγο, αγρότες, χωριάτες, δραγάτες και αστυνομικοί. Πάνω λοιπόν, στο γεφυράκι, έμεινα. Δεξιά, δυο ξένοι, οι μόνοι στην παραλία την ώρα εκείνη, μια σύζυγος -ως φαίνεται- εξαιρετικά ρυτιδωμένη κι ένας άντρας θαλλερός τυλιγμένος απ'τη μέση και κάτω με μια άσπρη πετσέτα. Καθώς έμεινα -και πάλευα- να ξαναξεκινήσω, ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Μόλις κατόρθωσα να περάσω το γεφύρι και να παρκάρω δεξιά μέσα στα μύρτα και βγήκα να δω αν όλα παν καλά, ο άντρας έβγαλε τη μούρη του απ'το υψωματάκι κοιτώντας με αρχικά με μίσος. Κατόπιν ρώτησε αγγλικά αν χρειάζομαι βοήθεια. -Never, απαντώ δυνατά και ευκρινώς, αλλά εκείνος πλησιάζει και ξαναρωτά. -Ι said, τον διακόπτω, I said never. -Never what? -Νever what you asked, του λέω. Εκείνος ρίχνει μια ματιά στο αμάξι και επαναλαμβάνει κοιτώντας με νόημα την κακοτοπιά του μέρους. -Ah, you never need help... Και φεύγει. Εξαντλημένη. Έφτιαξα το χώρο μας και άπλωσα πάνω στα θάμνα εκείνα τα ρούχα που έπλυνα τόσο κινηματογραφικά την προηγουμένη, στην παραλία της μαρίνας, στο Λαύριο. Σκέφτηκα ότι ίσως να διακρίνονται απ'το ξενοδοχείο και τα μετατόπισα πιο χαμηλά, μπρος στο αμάξι, χτενίστηκα, έβαλα το μαγιό μου και αντηλιακό και βγήκα με το Μπόρα στην παραλία. Στην αρχή ήταν πανευτυχής, έκανε κύκλους καλπάζοντας σ'όλη την έκταση της αμμουδιάς, πέρα απ΄το φράχτη του ξενοδοχείου: είμαστε μόνοι σ'εκείνο το κομμάτι της ακρογιαλιάς. Κοιτούσαν, αλλά δεν περνούσαν τα σύνορα, μια νεαρή προσπάθησε κι άλλαξε γνώμη. Όμως, φοβήθηκα να τον έχω λυτό, μη δημιουργηθεί οποιοδήποτε πρόβλημα, πήγα κι έφερα το λουρί του. Εκείνος δεν είναι ευχαριστημένος κι όταν προσπάθησα να μπω στη θάλασσα, και όταν κατά λάθος κάθησε πάνω στις εφημερίδες μου και τις τράβηξα, τότε γάβγισε δυνατά και θυμωμένα. Τον πήρα και φύγαμε, προσπάθησα να καθήσω σε ένα φυσικό κοίλωμα ανάμεσα στα θάμνα για να διαβάσω, αλλά ως δια μαγείας η παραλία "μας", εκείνο το κομμάτι που ήταν μόνο δικό μας όταν βγήκαμε, γέμισε τουρίστες, που ξεχύθηκαν από παντού, περνούσαν πλάι μας, εμπρός μας, πίσω μας, σε θάλασσα και στεριά, κατέβηκαν απ'τον αμαξιτό πάνω μες απ΄τα χώματα και τις πέτρες πήγαν απ΄την αυλή του ξενοδοχείου και ξανάφυγαν, γριες δασκάλες με παιδιά κι ό,τι άλλο φανταστείς, κάθε εθνικότητας και ηλικίας. Κι ένα στρατιωτικό ελικόπτερο πέρασε πολύ χαμηλά κοντά μας κάνοντας δαιμονισμένο θόρυβο. Αυτή η δανέζα, ή σκανδιναβή πάντως, δασκάλα κόντεψε να πατήσει μέσα στον κουβά με τα ρούχα που είχα πίσω απ΄τ'αμάξι, πέρασε ανάμεσα απ'αυτόν και το αμάξι που το είχα άκρη-άκρη κολλημένο στη μυρτιά. Mαζευτήκαμε στο αυτοκίνητο. Προς το βράδυ ήταν πανέμορφα. Ήθελα να γράψω γι'αυτό. Γύρω σκοτεινά, έρημα, είχαν φύγει οι πάντες, μοναδικό φως το ξενοδοχείο που όσο ήταν μακρυά δεν μ'ενοχλούσε και τόσο. Πίσω από τη λοφοκορφή ο ορίζοντας ένα γύρο άστραφτε. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι ήταν, δεν άκουγα ήχο βροντών, σκέφθηκα μήπως πάνω στην άσφαλτο είχε γίνει κανένα βραχυκύκλωμα στα καλώδια. Ήμουν καλά και δεν έγραψα, γιατί διάβασα πρώτα και δεν πρόφτασα. Κι ύστερα έπρεπε να πάω στο ξενοδοχείο να ζητήσω να μου πουν τον αριθμό τους να με πάρει πίσω αυτός από την άλλη αγγελία που δεν μπορούσε, λέει, να με καλέσει στο κινητό και ήθελε σταθερό τηλέφωνο. Sophisticated gentleman ζητά γραμματέα. Εν μέρει, γι' αυτό έστριψα προς το ξενοδοχείο στη μοιραία διασταύρωση. Πήγα λοιπόν και επ'ευκαιρία παρακάλεσα να μου πουν πού μπορώ να γεμίσω νερό. Μου είπαν, στη βρύση πίσω απ΄τη σκάλα. Ο κύριος Θάνος Καλαβρέσης ή κάπως έτσι, ήταν ψυχίατρος, σεξοθεραπευτής, μου έκανε προσωπικές ερωτήσεις στις οποίες απάντησα ειλικρινά, μου είπε ότι δεν πίστεψε αυτό που του είπα όταν τον πήρα το πρωί από το κινητό, ότι οδηγώ, ότι το σπίτι του στη Δροσιά έπαθε ζημιές από τους σεισμούς και ότι εάν επρόκειτο να επικοινωνήσω μαζί του ξανά, έπρεπε να τον πάρω από σταθερό τηλέφωνο. Όταν πήγα να γεμίσω νερό, η βρύση δεν έτρεχε. Και σήμερα το πρωί, το αυτοκίνητο δεν ξεκινούσε. |
||
8. O ΣΚΥΛΟΣ, Η ΓΑΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΧΥΛΙ
Το δεύτερο κοχύλι της ευτυχίας το κρέμασα σήμερα στο αμάξι. Είναι αυτό το σαν αυτάκι με τις εφτά τρύπες που όποιος το βρει θα ζήσει τόσα ευτυχισμένα χρόνια όσα κι οι τρύπες του. ΄Εχει επιστημονικό όνομα, επιφυλάσσομαι γι'αυτό. Αυτό το δεύτερο δεν είναι όπως το πρώτο αγοραστό, το βρήκαμε και πιάνει καλύτερα. Τρυφερό, στρογγυλό κι ελαφρά ρόδινο μάργαρο, ίσως γιατί βρέθηκε σ΄ελληνική παραλία μπρος στα πόδια μας ενώ το αγορασμένο από ένα τουριστικό μαγαζί στο Ηράκλειο σε μια στιγμή ευφορίας, μακρόστενο και σκληρό, ποιος ξέρει από ποια τροπική ακρογυαλιά να προέρχεται. Τούτο δω, μου το βρήκε ο Μπόρα. Κοιμηθήκαμε όπως-όπως χτες βράδυ και φύγαμε άναυλα το πρωί -άναυλα σημαίνει χωρίς τακτοποίημα χώρου και πρόγραμμα, για κάπου όπου να μαζέψουμε κομμάτια και μυαλό. Μας καταδιώκουν, βλέπεις, όπου σταθούμε. Και το κάπου, κάποιο σημείο στην παραλία της Νέας Αρτάκης. Έρημο μέρος, μια γλώσσα με κίτρινα ξερά χόρτα μες στο πέλαγος μ'ένα άσπρο οδόσημο στη μέση χωρίς να είναι βουνοκορφή ή δρόμος κι ένα ταρσανά στο ένα πλάι να βαρά ρυθμικά το σφυρί του -κι είπαμε αυτό δεν πειράζει. Ακριβώς μόλις ετοιμαζόμουν να αφοδεύσω μες στο αμάξι με την τεχνική εκτάκτου ανάγκης (εφημερίδες, πλαστικό δοχείο, νερό, σακκούλα σκουπιδιών) κατέφθασε ο ψαράς για να ψαρέψει και λίγο μετά το αμάξι πολλών ίππων του ιδιοκτήτη του εξοχικού όπου αυτός κάτι σκαλίζει στο πορτ-μπαγκάζ του κοιτάζοντάς μας περίπου πανικόβλητος. Ωστόσο εγώ έλυσα αυτό το όχι και τόσο λογοτεχνικό ζήτημα, τακτοποίησα και είδα πως το walkman που χτες έπαιζε κανονικά τώρα είχε καταλύσει τις μπαταρίες του -έμενε όμως ακόμα μια σχετικά καινούρια μέσα στο ρολογάκι ξυπνητήρι -τις αντάλλαξα και άκουσα μια πανέμορφη μελωδία, έτσι στα ξαφνικά σαν χτύπημα που δεν πρόλαβα να το αποφύγω. Sunshine beggar, έλεγε, let the good vibes can love better, κάτι παρόμοιο. Έμεινα στον Ευβοικό σταθμό γιατί τα τραγούδια, το ένα μετά το άλλο, με κρατούσαν δεμένη. To make things happen, the way you want, it's dangerous but you feel good, έλεγε το ραποειδές κατασκεύασμα κι εγώ ολοένα και παρηγοριόμουν περισσότερο. Αλλά έκλαψα όταν είπε, I don't believe in magic, I believe in love everlasting. "'Ερωτας δεν είναι αυτό που οι μάγοι διατείνονται, αλλά ζωή ατραυμάτιστη στον αιώνα" έγραψα πλάι στα λόγια του ξένου τραγουδιού και έφαγα λίγο απ΄το τσουρέκι που ο σκύλος επέμενε να ψωνίσω προχτές πρωί αλαφιασμένη με χαλασμένη πόρτα -δεν κλείδωνε- στο Σχηματάρι: δεν νομίζω ότι τούτη τη φορά το φαγητό έπαιξε τον παραμικρό ρόλο στην μετατροπή της διάθεσής μου από την τέλεια απελπισία στην ανάσα και τη γαλήνη. O Μπόρα άρχισε να θυμώνει να κλαίει και ν'ανησυχεί καθώς πήγα να διαβάσω εφημερίδα και μ'έβγαλε άρον-άρον έξω απ΄τ'αμάξι. Γύρω έχουν μαζευτεί διάφοροι που κάνουν με νευρικές κινήσεις άχρηστα πράγματα όπως αυτός με τη βερμούδα και τη ριγέ μπλούζα που σκουπίζει το χέρσο απέναντι απ΄το σπίτι του, μια μικρή υπαίθρια χωματερή. Κάτι γαβριάδες τριγυρίζουν στην παραλία και μαζεύουν διάφορα -είναι αυτοί που στις πιο αντιιμπεριαλιστικές στιγμές μας μάς λένε κανά καλό λόγο και τον πιο πολύ καιρό μας βασανίζουν και μας κοροιδεύουν. Ο Μπόρα επέμενε να με περνά μπροστά κι ανάμεσά τους όπως κάθε φορά που τρέχω να κρυφτώ απαιτώντας με γαιδουρινό πείσμα μια θέση στον κόσμο και για μένα και με πήγε γραμμή πάνω στο κοχύλι της ευτυχίας. Όταν το πήρα μ'έσερνε βιαστικά πίσω στο αυτοκίνητο κι όταν πήγαμε εκεί κι εγώ άρχισα διάβασμα και πρόγραμμα ακούγοντας ακόμα το σταθμό, ο τύπος με τη ριγέ μπλούζα, (μεσόκοπος, χοντρός) περπατούσε αγανακτισμένος μπροστά στο σπίτι, ένας νεαρός που κάπνιζε βγήκε στον ίδιο κήπο κοιτώντας μας ευμενώς, κι ο Μπόρα ξάπλωσε ανάσκελα μεθυσμένος από ευτυχία όπως όταν κανείς δε με κάνει να πονώ. Το σκυλί μου έγινε κι αυτό σοφό, σαν τη γάτα που χτες βράδυ ανέβηκε στο αμάξι, μπρος και πίσω καπό και μας έψαχνε επιμόνως (να μπει, να βγούμε). Σήμερα το πρωί με τους φορτηγατζήδες να πάνε και να'ρχονται στο προηγούμενο παρκάρισμα και να καταπιάνονται να μας ξυπνήσουν, έκανε ένα πέρασμα και μας μήνυσε κρυφά κάτι, ξανά. |
||
9. ΤΑ ΚΥΚΛΑΜΙΝΑ
Tα κυκλάμινα τα πρωτόδα φέτος στην οδό Νίκης στην Κινέττα, το βράδυ εκείνο που φοβόμουν τόσο κατασκηνώνοντας σχετικά άγρια, μακριά από σπίτια και κάμπιγκ και το γύρω περιβάλλον το αισθανόμουν να΄ναι τόσο απειλητικό. Τότε που έχασα τα πατάκια του αμαξιού και κόντεψε να χαλάσει το γουώκμαν όταν έπεσε στο νερό. Το πρωί ξύπνησα παραξενεμένη που ήμουν ασφαλής. Το πρώτο βράδυ στη Σαλαμίνα το είχα βγάλει στην αυλή του ηλεκτρολογείου αυτοκινήτων και το δεύτερο στο φυσικό μπαλκονάκι στον Άγιο Νικόλαο με τ'απέναντι φώτα του όρους Αιγάλεω ν'ανάβουν το σούρουπο, άλλα δυο-τρία βράδια στην αυλή του μηχανουργείου όταν έγινε ο σεισμός, ένα στο κάμπιγκ της Κινέττας, ή μάλλον του Λέχαιου, το Blue Dolphin, όπου επιτέλους έπλυνα και φόρτωσα τις συσκευές μας κι ένα ακόμα πλάι στο έρημο ξενοδοχείο δίπλα του. Μα εκείνο το βράδυ στην παραλία φοβόμουν για πρώτη φορά, άσχετα αν όλο αυτό τον καιρό με βασάνιζαν αρκούντως καθημερινά οι άνθρωποι που συναντούσα αιφνιδιαστικά και με συνέπεια. Το πρωί ξυπνώντας έπεσα πάνω σε σκουπίδια, πεταμένα ένα γύρω, που το βράδυ δεν φαινόντουσαν, γεμάτος ο τόπος. Καθάρισα αρκετό μέρος με επίκεντρο το αμάξι, καθώς και το ίδιο το αυτοκίνητο όσο καλύτερα μπορούσα και είδα τα μικρά βιολετιά κεφαλάκια να μου γνέφουν φιλικά. Υπήρχε κάδος σκουπιδιών που, άγνωστο γιατί, κανείς μέχρι τότε δεν είχε καταδεχτεί να χρησιμοποιήσει. ΄Οταν φύγαμε συνειδητοποίησα ότι είχα ξεχάσει τα πατάκια απ'το φόβο μου για το μέρος. Τ'αντικατέστησα με τολμηρό και πραξικοπηματικό τρόπο, αλλά αυτό είναι μια άλλη διήγηση. Η δεύτερη φορά ήταν στις Οινειάδες, ένα από εκείνα τα μέρη που βρήκα απάγγιο και ξεκουράστηκα, έφαγα, πήρα αναπνοή και γαλήνεψα. Ήταν κι άλλα μωβ ψιλά λουλουδάκια πλάι στο αρχαίο θέατρο και για μια στιγμή νόμισα ότι έκανα λάθος -όταν όμως πλησίασα, τα κυκλάμινα ήταν πάλι εκεί, δειλά-δειλά κι ακόμη λίγα, να μου φέρουν το μήνυμα του φθινοπώρου μες στο γλυκό ζεστό απόγευμα ανάμεσα στα έρημα μάρμαρα, έτσι που να πιστέψω ή να ξέρω πως δεν θα'ναι τόσο τρομερό, πως και αυτό θα περάσει. Και τρίτη φορά τώρα, στο Κατάφουρκο Αιτωλοακαρνανίας, έχοντας πια συνηθίσει αρκετά να κοιμόμαστε σε λογής-λογής ερημιές, στα όρια οικισμών, σε παραλίες, σε εθνικές οδούς, με ή χωρίς κίνηση, με αλεπούδες να περνούν έξω απ΄τ'αμάξι... Το αυτοκίνητο κλείνει ασφαλώς, ο σκύλος ποτέ δεν κατάλαβα γιατί, τρομάζει αθώους και ενόχους, άσχετα αν μόνο εμένα δαγκώνει κι εγώ δεν τον φοβάμαι και το τουφέκι στο πορτ-μπαγκάζ το έχω αμοντάριστο και μάλλον δεν θα το μοντάρω παρά για να χτυπήσω -όταν έρθει η ώρα- καμμιά μπεκάτσα. Εδώ λοιπόν οι άνθρωποι το ίδιο εχθρικοί και ο μηχανισμός του κράτους επίσης (τράπεζες, ταχυδρομεία, ΟΤΕ κλπ) όπως πάντοτε άλλοτε και τα κυκλάμινα κι αυτά στη θέση τους καθώς κατεβαίνουμε να ρίξουμε τον κύρτο στη θάλασσα. Ελπίζουμε κάτι να φάμε απ΄αυτόν εκτός απ΄τα καπλόσυκα καθώς ξεμείναμε από λεφτά αυτό το Σαββατοκύριακο τη ευγενή φροντίδι της Αγροτικής τράπεζας. Αλλά είμαι καλά. Χτες το βράδυ στο κάμπιγκ Ακρογιάλι έκανα για πρώτη φορά ζεστό και διεξοδικό μπάνιο μετά από δυο μήνες, ένα μήνα στο δρόμο κι ένα μήνα στο σπίτι της Κοσμά Μελωδού με το νερό κομμένο. Έκανα και το Μπόρα μπάνιο που μου είπε τη γνώμη του περί αυτού καθώς κυλίστηκε στο χορτάρι, το ίδιο διεξοδικά, για να στεγνώσει. Λίγο πριν, στο Νεκρομαντείο του Αχέροντα είχα πάρει την πιο βαθειά ανάσα μου από δω και μέρες. Βγαίνοντας δε γνώριζα το μέρος απ'όπου ήρθαμε, Μεσοπόταμο το λέγαν, ένα χωριό, σαν να μην είχα περάσει ανάμεσα, στο δρόμο προς τον αρχαιολογικό χώρο, σαν να μην το'χα δει ποτέ μου. Και στο κάμπιγκ, μ'ένα στόχο τελειωμένο, με όλα σε τάξη, έκανα ξανά όνειρα. Για υπολογιστές, για τροχόσπιτα, για νοίκιασμα σπιτιού, για δουλειά... Στο κάμπιγκ μας ξαλάφρωσαν από ήδη σημαντικό μέρος των ήδη λίγων χρημάτων μας και στην Άρτα ξαναγυρίσαμε στην πραγματικότητα όπου ξεμένουμε από εφόδια χάρη στον κρατικό μηχανισμό -είπαμε η Αγροτική τράπεζα δεν αναγνωρίζει την κάρτα μας, η μόνη που κανείς μπορεί να κάνει ανάληψη 5.000δρχ., τα τελευταία μας λεφτά- και να΄μαστε εδώ... Πλάι μου έξω απ΄το αυτοκίνητο ένα σπουργίτι χοροπηδά στα βότσαλα και χτες βράδυ, την ώρα ακριβώς που κόντευα να πανικοβληθώ ένα ολοστρόγγυλο φεγγάρι με πρόσωπο καλοκάγαθου παχύσαρκου χάραξε απ΄τον απέναντι λόφο διαβεβαιώνοντάς με, για τη χείρα βοηθείας, που δεν θα πάψω, μου είπε, να έχω δική μου, στη διάθεσή μου... |
||