1.ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ
Μια φορά κι έναν καιρό, τα παλιά-παλιά χρόνια, ήταν στην έρημο μια σκηνή. Ήταν κι ένας κήπος και είχε φοινικιές, χουρμαδιές, μπανανιές, αχλαδιές, μηλιές, ροδακινιές, βερυκοκιές, πορτοκαλιές και μανταρινιές και λουλούδια και νερά. Και εκεί μέσα ήταν η σκηνή -μονάχη, χωρίς κανένα σπίτι. Μες στη σκηνή είχε χαλιά πολύχρωμα και σεντούκια ολοσκάλιστα γεμάτα με ακριβά αρώματα και πολύτιμα μετάξια κι ασημοκαπνισμένα μαχαίρια και σπαθιά κι ένα γύρω πολλών λογιών λάμπες και καντηλέρια με χρωματιστά γυαλιά να φωτίζουν το βράδυ... Κι απέξω ήτανε δεμένο ένα άσπρο αράπικο άλογο, με κόκκινη σέλλα και χαλινάρι. 'Ετοιμο-πανέτοιμο και περίμενε τον καβαλλάρη του κάθε ώρα, νύχτα και ημέρα. Κι αυτός φορούσε τριπλή κελεμπία, φαντή και λινή και μπαμπακερή και στο κεφάλι μακρύ μαντήλι δεμένο με σκοινί, όπως κάνουν όσοι μένουν στην έρημο, άσπρο και κόκκινο σκοινί. Κι ήτανε η πατρίδα του αυτή η σκηνή, από κει κρατούσε, από κει ξεκίνησε τη ζωή του. Κι άλλοι λένε πως ποτέ δεν γύρισε πίσω στην πατρίδα του ξανά κι άλλοι πως εκεί γυρνούσε κάθε βράδυ και τη μέρα ταξίδευε σ'όλο τον κόσμο. Κι άλλοι λένε πως αυτή η σκηνή δεν υπάρχει πουθενά στη γη κι άλλοι πως είναι κάπου κρυμμένη και μερικοί τη βρίσκουν σαν διασχίζουν τις ερήμους. Μα για τον καβαλλάρη δεν τολμούν να πούνε τίποτα. Κι ας τον βλέπουν να καλπάζει στα πλάτη τ'ουρανού με τη μαντήλα του ν'ανεμίζει στον αέρα και μ'όλα του τα όπλα, τα σπαθιά και τα μαχαίρια, τα τουφέκια και μπαρούτι στη σέλλα. Γιατί ό,τι κι αν έχει, είναι πάντα πιο λίγο, πες τίποτα, μπρος σ'εκείνα που πρέπει να διαβεί και να νικήσει την κάθε μέρα του στον κόσμο.
|
2. ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΑΦΕΝΤΙΑΣ ΣΑΣ
Λοιπüν, εßμαι στο αυτοκßνητο. ΠονÜω και φοβÜμαι. Τι ακριβþς; O χρüνος δεν με παßρνει να τα πω üλα... Δεν θα Þθελα να ξαναρχßσω να γρÜφω ημερολüγιο για να μου περνÜει ο πüνος, γιατß αυτü θα σÞμαινε üτι πÝρασε οριστικÜ η εποχÞ της ελπßδας μου σε κÜποιο ανθρþπινο πλÜσμα. Και πßσω δεν μπορþ να πÜω. Σπßτι δεν μπορþ προς το παρüν να μεßνω, λεφτÜ θα πÜρω αýριο το πρωß, πεινþ, Ýχω πονοκÝφαλο, βλÜβη στο κομπιοýτερ, δεν διÜβασα εφημερßδες... 'Εχω βÝβαια νερü. Ο σκýλος εξελßσσεται σε μεγÜλη αγÜπη. Αν εßχα κÜτι να φÜω, ßσως μποροýσα να δω μ'Üλλο μÜτι αυτÞ τη μεγÜλη μετÜφραση που εκεßνος που μου την ανÝθεσε βιÜζεται να την παραλÜβει. ¸φαγα λßγες τηγανßτες. Και κÜτι που Ýχω ακüμα εßναι μπαταρßες. ΣκÝφθηκα, για να πÜρω κουρÜγιο, να ξεκινÞσω με το ωροσκüπιο που μου κÜνει μεγÜλη χαρÜ. Αν και με καταθλßβει το γεγονüς üτι Ýχω πÜλι βλÜβη στον υπολογιστÞ. Χτες επισκεýασα με το μυαλü μου και με τη βοÞθεια μιας τυχαßας γνωριμßας που συνÝπεσε να εßναι τεχνικüς δýο βλÜβες που απü τüτε που τον παρÝλαβα, Ýξι μÞνες με κοροιδεýουν κατασκευÜστρια εταιρεßα και εταιρεßα συντÞρησης, βλÜβες που ουσιαστικÜ αχρÞστευαν τον υπολογιστÞ -üταν τον αγüρασα μου τον Ýστειλαν χαλασμÝνο- και Ýκανα τερÜστιες προσπÜθειες για να τις προσπερÜσω και να τον λειτουργÞσω, ενþ Þταν απλÜ ζÞτημα να πατÞσω μια φορÜ το mouse σ'Ýνα μενοý. Το τι μου εßχαν πει δεν περιγρÜφεται. Απογοητεýομαι θανÜσιμα απü τις διαπιστþσεις που απορρÝουν ακüμα και πριν να συμβεß ακουμπητÜ, η νÝα βλÜβη. Ας μην το κατανοεß üποιος τυχüν με διαβÜσει. Απü τις εμπειρßες και τις γνþσεις μου μπορþ να διατυπþσω Ýνα ελÜχιστο ποσοστü με το ζÞτημα του χρüνου πρþτη και ßσως ýστατη δυσκολßα. Ξεκινþ να γρÜψω μüνο üταν δεν αντÝχω τον πüνο και μÝσα στη μια Þ τις δýο þρες πραγματικοý χρüνου συγγραφÞς πρÝπει να χωρÝσουν οι προηγοýμενες μÝρες Þ και μÞνες, βιωμÝνοι με μια εξωπραγματικÜ μεγενθυμÝνη λεπτομÝρεια που κÜνει το κÜθε λεπτü ικανü να γεμßσει σελßδα. Και απü την Üλλη -τα γεγονüτα τρÝχουν με ιλιγγιþδη ταχýτητα και με τÝτοιο βεληνεκÝς -πüλεμος και ειρÞνη, σεισμοß, διεθνÞ κατασκοπευτικÜ παιχνßδια, που αýριο δεν Ýχει πια σημασßα να πεις τßποτα. ¸τσι σωπαßνεις και δρας. Και μüνο üταν ο πüνος δεν αντÝχεται Üλλο πια... Δεν θα'θελα üμως να ζÞσω Üλλο γρÜφοντας üταν πονþ. ¹θελα να ρωτÞσω, ποιο εßναι τ'üνομÜ μου Ýστω για την κοινωνßα του αýριο; Psychic; Profiler; Kαι αν, δεν Ýχω üπως αυτοß, αφεντικü κÜποια οργÜνωση με γεωπολιτικÜ συμφÝροντα, αυτομÜτως περιπßπτω στην κατηγορßα του ψυχοπαθοýς; Δεν Ýχω την πολυτÝλεια να σκεφθþ ρεαλιστικÜ για το μÝλλον μου, γιατß και μüνο για να σταθþ μια μÝρα ορθÞ και να Ýχω τη δýναμη να πολεμÞσω απαιτεßται να Ýχω τα μÜτια αταλÜντευτα προσηλωμÝνα στην οσοδÞποτε ελÜχιστη χαραμÜδα αφÞνει το μÝλλον να περÜσει το λßγο φως που μου αναγκαιοß σαν Üτομο και σαν ηθικÞ προσωπικüτητα για μÝνα και τον κüσμο: συνÞθως αυτÜ τα δýο συναντιþνται σ'Ýνα σημεßο, που επß πλÝον παραμÝνει ελÜχιστα ανοιχτü, κÜπως σαν το διÜφραγμα της φωτογραφικÞς μηχανÞς. ¹θελα λοιπüν να πÜρω με το κομπιοýτερ τους αστρολογικοýς χÜρτες των παιδιþν μου. ΧÜρηκα πολý που πÞρα το δικü μου και του ΑλÝξανδρου, προσπαθοýσα, ζþντας Ýτσι, üπως το περιγρÜφω, κÜμποσους μÞνες. Η ιδÝα μοý κατÝβηκε πÝρσι το ΓενÜρη για να επιβιþσω απü τη μεταχεßριση που μου επιφýλαξε. Κι üπως üταν φθÜσεις κοντÜ σ'Ýνα αποτÝλεσμα που σε θÝλγει και πÜλι δεν το κατακτÞσεις, Ýτσι κι εγþ γýρω στο ΔεκÝμβρη Ýλειψα απü τον υπολογιστÞ για τρεις μÞνες και μüνο τþρα κατüρθωσα να ολοκληρþσω τη δουλειÜ. ΕπÜνω εκεß ξαναχαλÜ το κομπιοýτερ και η χειρüγραφη δουλειÜ που εδþ μπορþ να κÜνω χÜνει τη χαρÜ της. ¶λλωστε και το üτι εßμαι Ýξω απü το σπßτι μου, απü μüνο του δεν εßναι και τüσο χαροýμενο... Δεν διανοεßται κανεßς τα βασανιστÞρια που Ýχω υποστεß ωσüτου αναγκασθþ -και μπορÝσω- να βροντÞσω την πüρτα πßσω μου. Δεν μπορþ ν'ανεχθþ Üλλο να πÝφτω κÜπου εκπνÝοντας και να γßνεται εκεß η αθλιüτερη εκμετÜλλευσÞ μου που μπορεß Üνθρωπος να διανοηθεß. ¸τη φωτüς αντιστρüφως ανÜλογη απü το πþς αναλýομαι καθþς σωριÜζομαι, στιγμιαßα ευτυχÞς καθþς απομακρýνομαι για λßγο απü üσα ξÝρω τüσο εναργþς το απÜνθρωπο πρüσωπü τους. Λοιπüν θα´θελα τþρα να εßμαι στον υπολογιστÞ μου. Χωρßς βλÜβη. Και χωρßς τους γεßτονες που απü τüτε που κατÝβηκα ΚρÞτη, Þ μÜλλον απü τüτε που κουβαλÞθηκαν εßναι απßστευτο τι Ýχω υποφÝρει. ΦαντÜζομαι βλÜπτει για Ýνα γραμμικü κεßμενο να ισχυρισθþ üτι αυτοß προκαλοýν τις βλÜβες. ºσως θα Þταν καλýτερο να Ýγραφα ξüρκια. ΠιÜνει, ξÝρεις... Και Ýτσι Ýχεις διπλü κÝρδος: και το πρüβλημÜ σου λýνεις και δεν εκτßθεσαι. ΑλλÜ εγþ το μüνο που εßμαι εßναι εκτεθειμÝνη. Και προσθÝτω Ýνα ακüμα αναξιüπιστο κεßμενο στα δýσπιστα αυτιÜ της οικουμÝνης που κοιμÜται... |
3. ΑΚΤΙΒΙΣΜΟΣ, ΣΙΤΟΥΑΣΙΟΝΙΣΜΟΣ, ΑΣΚΗΤΙΣΜΟΣ (ΜΙΚΡΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΑΠΟΥΣΙΑΣ)
Bρίσκομαι στο τρίτο κατάστρωμα του πλοίου των Μινωικών. Νομίζω είναι το Κιγκ Μίνως. Είναι η πρώτη φορά που δεν κοίταξα σε ποιο πλοίο μπαίνω. Κάθομαι πάνω στις στέγες των σκυλόσπιτων, είναι βολικό μέρος για το σώμα λόγω της γωνίας κλίσης τους. Βγάζω τα παπούτσια μου να με ξεπονέσουν τα πόδια μου. Δίπλα ο Μπόρα καραούλι, πότε ησυχάζει και κάθεται στα πισινά του πόδια και πότε κοιτάζει, μουσουνίζει ή γαυγίζει, ανάλογα με το ποιοι περνάνε. Απέναντί μου η ναυαγοσωστική λέμβος με μια γαλάζια σκαλίτσα. Φαντάζομαι ότι είμαι μαζί με τον -πώς τον λένε;- εραστή μου; ιππότη μου; άντρα μου; έρωτά μου; Tίποτα απ'αυτά δεν εκφράζει την πραγματικότητα που θα'ταν για μένα η ύπαρξη που θ'αγαπούσα και θα'ταν εδώ. Αλλά τότε θ'ανέβαινα τη σκαλίτσα και θα'μπαινα στη βάρκα. Και τώρα το επιθυμώ μα δεν τολμώ. Κάνω κουράγιο και σκαρφαλώνω το κιγκλίδωμα προς την τέντα. Φθάνω στο γαλάζιο σιδερένιο στηθαίο δίπλα στη βάρκα και κοιτάζω κάτω. Κάποιοι θα με δουν αν το κάνω. Γυρίζω πίσω. Σκέφτομαι πως αν ήταν εδώ θα μπορούσα να του ποζάρω να με τραβούσε, ας πούμε, φωτογραφία. (Μέσα στη βάρκα). Τώρα μόνο τη νύχτα, για να ελαττώσω τον κίνδυνο που όπως πάντα, ό,τι κι αν κάνω, ελλοχεύει απροσδόκητος κι αιφνιδιαστικός ενεδρεύει -καραδοκώντας τις κινήσεις μου. Υ.Γ. ΄Ηταν το Καζαντζάκης. 'Εσπασα τη μύτη μου στο συρματόσχοινο.
4. ΟΥΡΑΝΟΣ ΣΤΟ ΛΕΟΝΤΑ: ΤΑΣΗ ΓΙΑ ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΣΜΟΥΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΔΥΝΑΜΗΣ ΣΤΙΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ
Στο αμÜξι, στον ΠευκιÜ στο Ξυλüκαστρο, με κουρτινÜκια στις τρεις πλευρÝς, μÞπως και αποφýγουμε τον νομοταγÞ πολßτη που μας Ýστειλε την αστυνομßα στο ΚιÜτο και μας Ýκανε τüση ζημιÜ. ΑφÞσαμε ανοικτÜ εμπρüς και βλÝπουμε το δÜσος διακινδυνεýοντας να μας δουν, νýκτα και ημÝρα. ΜικρÜ ανοßγματα στα παρÜθυρα για να παßρνουμε αÝρα. ΓρÜφω για να εßμαι Þρεμη και να μεταδßδω και στον Μπüρα þστε να μη γαυγßζει τους περαστικοýς και "δßνουμε στüχο". Θα Þμουν ευτυχισμÝνη να ταξιδεýω με το αυτοκßνητο παρ´üλο τον κüπο, αν δεν Þταν ο φüβος: να σου στÝλνουν την αστυνομßα ακüμα κι αν (κι ιδßως üταν) εßσαι ακινητοποιημÝνος απü ατýχημα και δεν μπορεßς να επιλÝξεις Ýξω απü τßνος την ιδιοκτησßα Ýχεις παρκÜρει. Προφανþς δεν εßναι οι νüμοι που πρÝπει να ψÜξεις, στη χþρα που βγÜζεις φλας αριστερÜ να ξεπαρκÜρεις και σε προπηλακßζουν οι απü πßσω σε βαθμü να νομßζεις üτι εßναι χαλασμÝνο το φλας σου. ΑλλÜ το να προσπαθÞσεις ν'απαριθμÞσεις τα θερμÜ επεισüδια στον πüλεμο με το συλλογικü ασυνεßδητο, εßναι μÜταιο. ´Οταν εßσαι σε πüλεμο, üλες οι στιγμÝς εßναι. Μα και να κÜνεις ανακωχÞ χωρßς εξευτελιστικοýς üρους μüνο με νßκη μπορεßς. ¹ρθα στο Ξυλüκαστρο με σκληρÞ μÜχη. ΕιδÜλλως ακüμα θα περßμενα στο ΚιÜτο Ýξω απü το συνεργεßο πüτε θα Ýρθουν τα λεφτÜ για την επισκευÞ κι εν τω μεταξý κι üποιον Üλλον επιθυμοýσε να με κακοποιÞσει συναισθηματικÜ. ¶λλωστε εßναι τüσο εýκολο... ΣταμÜτησα να δω Ýνα σπßτι που νοικιαζüταν. ΑυτÞ η γριÜ που απαντοýσε στο τηλÝφωνο δεν μου Ýλεγε τη διεýθυνση, δεν Ýγραφε το τηλÝφωνü μου να με πÜρει ο γιος της üταν Ýρθει και στο τÝλος με Ýστειλε σε μια Üσχετη διεýθυνση, üπου οι Üλλες γριες που Þταν εκεß δεν Þξεραν τßποτα σχετικÜ με το σπßτι και αρνιüντουσαν να με αφÞσουν να της τηλεφωνÞσω για να ζητÞσω εξηγÞσεις. ΜετÜ απ'αυτü Ýπεσα σ'Ýνα ποτιστικü χαντÜκι και αφοý μ'Ýβγαλε ο γερανüς, την επομÝνη Ýμεινα απü ηλεκτρολογικü πρüβλημα. Δυναμü, αποφÜνθηκε ο ηλεκτρολüγος και ζÞτησε 40.000. ΜετÜ απü πολλÜ παρακÜλια δÝχθηκε να μου φορτþσει την μπαταρßα με το τελευταßο μου πεντοχßλιαρο και μου απαγüρεψε να ταξιδεýω νýχτα. ¸τσι ταξßδεψα, νýχτα και ημÝρα στην υπüλοιπη Πελοπüννησο, ¹πειρο και ΣτερεÜ, ωσüτου επιστρÝψω ΑττικÞ, üπου Üρχισα πÜλι ν'ακινητοποιοýμαι, μÝρα παρÜ μÝρα. ΑλλÜ ας μην προτρÝχω. Η οδικÞ βοÞθεια που φþναξα αρνιüταν να με βÜλει μπρος να πÜμε δυο βÞματα πιο κει στο συνεργεßο, γιατß ο οδηγüς δεν εßχε λÝει, καλþδια και Þθελε να φορτþσει το αμÜξι στο γερανü για εκατü μÝτρα. Το κινητü μου δεν Ýπιανε και η τηλεκαμπßνα δßπλα, απ'üπου τηλεφωνοýσα την προηγουμÝνη, Þταν χαλασμÝνη. Του ζητþ να τηλεφωνÞσω απ'το κινητü του, μου λÝει δεν Ýχει κÜρτα. Για καλÞ μου τýχη ψþνισα χτες δυο φορÝς γουρουνüπουλο απ´την απÝναντι ταβÝρνα και με αφÞνουν να τηλεφωνÞσω στην οδικÞ βοÞθεια να με πÜρει στο κινητü, με το τελευταßο χιλιÜρικο της τρÜπεζας. ΜετÜ απü διαπραγματεýσεις πολλþν λεπτþν απü το κινητü, Ýβγαλε ο οδηγüς τα καλþδια που δεν εßχε και με ξεκßνησε. 'Υστερα με ρþταγε ποý θÝλω να με πÜει λες και δεν μου εßχαν βÜλει üρο απαρÜβατο για να με ξεκινÞσουν να με παρκÜρει Ýξω απ'το συνεργεßο. ΦθÜνοντας εκεß τον παρακαλþ να με περιμÝνει μην μου σβÞσει παρκÜροντας, Ýχοντας κατÜ νου να αφÞσω τη μηχανÞ στο ρελαντß καμιÜ þρα μÞπως γλυτþσω το συνεργεßο. 'Οπως και περιμÝνει και üταν μου σβÞνει, αρνεßται να μου το ξαναξεκινÞσει γιατß λÝει, δεν μπορεß να μετακινÞσει το δικü του üχημα. Εν τω μεταξý θÝλει να του υπογρÜψω üτι δεν θα τον ξανακαλÝσω για την ßδια βλÜβη. Κι εγþ δεν υπογρÜφω. ΚοιμÜμαι ως τις 6.00, πηγαßνω στη θÜλασσα και μαζεýω τον κýρτο, κατεβαßνω δυο χιλιüμετρα στο ΚιÜτο, βγÜζω το τελευταßο πεντοχßλιαρο απ´την τρÜπεζα, γυρßζω στο αμÜξι, το φτιÜχνω, ξεκινþ με την τελευταßα μου βενζßνη για το Ξυλüκαστρο περνþντας απü το βουλκανιζατÝρ να ρωτÞσω αν η ρüδα που Ýπεσε στο χαντÜκι θα με πÜει ως εκεß. -Εßναι μια χαρÜ και δεν Ýχει τßποτε, αλλÜ πρÝπει να την αλλÜξεις, μου εßπε ο μÜστορας και με επÝπληξε που κλεßδωσα την μπρος αριστερÞ πüρτα μου, αυτÞ που δεν κλεßνει καλÜ και ανοßγει καμιÜ φορÜ στις απüτομες στροφÝς. Κι εγþ εμπιστεýτηκα τη ρüδα, πÞρα Ýνα πεντακοσÜρικο βενζßνη για την περßπτωση που θα μεßνω σε καμιÜ ερημιÜ κι Ýφυγα απü κει. Στο Ξυλüκαστρο πÞγα στην πρþτη παραλßα που μ'Ýβγαλε ο δρüμος, μßα με γαλÜζια σημαßα του Λαλιþτη, üπου απαγορεýονταν οι σκýλοι και οι σκηνÝς και κÜτι γριες πλÝνονταν. ¸φυγα Üρον-Üρον μην πÜθω τα ßδια. ΒρÞκα στις "ΔιακοπÝς" τον ΠευκιÜ και Þρθα ρωτþντας. Εδþ εßναι μÜλλον αριστοκρατικÜ. Βγαßνοντας Þταν οι νεαροß με τις Πüρσε, η χÜι καφετÝρια και οι κυρßες της καλÞς κοινωνßας που μπανιÜρονταν. ΠÞγα στην τουαλÝττα της καφετÝριας και χτενßστηκα, Ýβαλα μÜλλον βιαστικÜ το μαýρο μαγιü και τη μακρυÜ φοýστα (δεν Ýμενε τßποτα Üλλο καθαρü) και ξεκßνησα για μια μακρυÜ βüλτα μες απ'το πευκüδασος προς τη θÜλασσα. Στο δρüμο διÜφορες εχθρικÝς παρουσßες: Ýνα μαλακισμÝνο θηλυκü στα 16 με ποδÞλατο και κÜτι Üλλοι που δεν τους πλησιÜσαμε αν και διψοýσα πολý και Þθελα να ζητÞσω νερü. ΜακριÜ, Ýνα ξενοδοχεßο με μπαγκαλüοους, Ýρημο. ¼λα θεüκλειστα, εκτüς απü Ýνα μπαλκüνι, κλειστü κι αυτü, με βρακιÜ απλωμÝνα. ΜπÞκαμε μÝσα, τριγυρßσαμε þσπου βρÞκαμε μια βρýση. ¹πια και πÞγα και ξÜπλωσα Ýνα δευτερüλεπτο Ýξω στην τσιμεντÝνια ταρÜτσα. ΜετÜ απü λßγο Ýνας τýπος Þρθε και ξÜπλωσε στην παραλßα και κολλητÜ πÝρασαν κι Üλλοι δυο. Α, ναι κι Ýνα ταχýπλοο στ'ανοιχτÜ. Η θεραπευτικÞ απüλυτη ερημιÜ δεν Þταν πια και ξεκινÞσαμε να φýγουμε. ΚαταλÜβαινα κÜπως πως αυτüς ο Üντρας που Ýμοιαζε ξÝνος κατÝβηκε στην παραλßα επειδÞ με εßδε. ¸φευγα εγþ, αλλÜ πονοýσα λιγüτερο απü πρþτα, κοιτοýσα στη μοýρη κÜθε αποτρüπαιο ντüπιο συναντοýσα, που πριν, üπως τον πιο πολý καιρü, τον φοβüμουνα. Αυτοß γυρνοýσαν αλλοý τα μοýτρα κι εγþ Þρθα και μπÞκα στο αμÜξι με τα κουρτινÜκια χωρßς να φοβÜμαι üπως πρþτα. ¸στειλα Ýνα γραπτü μÞνυμα στη μÜνα μου με το κινητü που üταν το πÞρε σαν πÜντα πÞγε να με γαμÞσει για να κÜνει οτιδÞποτε. Δεν την Üφησα. Δεν Ýμεινα σ'εκεßνο το ξενοδοχεßο πÜνω απü Ýνα λεπτü αλλÜ στο γυρισμü πÞγα και ζÞτησα νερü απü το μπαρ της παραλßας που Ýκανα αλλογýρα για να το αποφýγω πηγαßνοντας, κρýο νερü που Þπια ενþ Ýπαιζε Ýνα τραγοýδι "You are in the army now" και που μου πüνεσε το δüντι αλλÜ üχι την ψυχÞ γιατß αυτüς που το Ýδινε δεν με πρüσβαλε, δεν με περιγελοýσε, με σεβüταν, για να μην πω με φοβüταν. |

5. ΨΑΧΝΩ ΓΙΑ ΜΙΑ ΓΚΟΜΕΝΑ
ΣÜββατο πρωß στον υπÝροχο δρομÜκο με τ'αρμυρßκια που πριν λßγο ανακÜλυψα για να μας στεγÜσει την ανασφÜλεια. Εντüς ενüς τετÜρτου της þρας: μηχανÜκι με αλλοδαπü εποχοýμενο κüβει βüλτες πÜνω-κÜτω στον Ýρημο και ξεχασμÝνο κι απü τη μÜνα του δρüμο. -Τι κÜνεις εδþ, με ρωτÜ ο εμφανþς πλÝον μετανÜστης απü ΑσιατικÞ χþρα που αρχικÜ εßχα πÜρει για Ýλληνα αγρüτη και αποτÝλεσμα της σýμπτωσης που με κυνηγÜ. -Εδþ κοιμÜσαι; -Eσεßς ποý μÝνετε; τον ρωτþ. -Στη Χαλκßδα. -Κι εδþ τι κÜνετε; -Büλτα. -Κι εγþ τι κÜνω εδþ; -Büλτα; με ρωτÜει. -Εσý να μου πεις, του λÝω. -Δεν ξÝρω, σÝρνει το -ω με νüημα. -Εσý τι κÜνεις εδþ, το πιÜνω απü την αρχÞ. Ξεροκαταπßνει. Τα'χει χÜσει και μου απαντÜ: "Büλτα να βρω καμιÜ γκüμενα". -Εγþ σε σταμÜτησα να σου πω üτι ψÜχνω για κανÜ γκüμενο; -¼χι. -Ωραßα, λοιπüν; 'Εφυγε, αλλÜ μετÜ απ'αυτüν, Þρθαν δυο αυτοκßνητα -Ýνα λευκü και μια μπλε μερσεντÝς. ΠÜνε τα üνειρα που Ýκανα για Ýναν υπνÜκο. Τη νýχτα δεν κοιμÞθηκα καλÜ με τους φορτηγατζÞδες που πÜρκαραν κολλητÜ στην πüρτα μου και νυστÜζω. Τις προÜλλες το βυσσινß αμÜξι που Þρθε κι Ýφυγε δεκαπÝντε φορÝς εκεß που εßχα παρκÜρει στον 'Αγιο Κωνσταντßνο, με απεßλησε καλυμμÝνα üτι θα μου σαμποτÜρουν το αμÜξι (εδþ που το αφÞνεις το αμÜξι θα στο πειρÜξουν) üταν βγÞκα για μπÜνιο και üταν του εßπα üτι θα εßναι ο πρþτος που θα πÜει μÝσα γιατß του Ýχω πÜρει τον αριθμü, σχεδüν ομολüγησε την ιδιüτητÜ του. "Εγþ ξÝρεις τι δουλειÜ κÜνω; Εßμαι εδþ με υπηρεσßα." ¼πως γßνεται συνÞθως η κατÜλληλη απÜντηση "Υπηρεσßα κολλημÝνος απü πßσω μου;" μου Þρθε αργüτερα. Απü τüτε που ξεκßνησα η αστυνομßα Þρθε δυο φορÝς (τρεις στο ρηρÜιτ, μου Ýχει πÜρει το αμÜξι και κρατÞσει τÝσσερις μÞνες στη δακτυλογρÜφηση και ξαναπÜρει και ακινητοποιÞσει δυο μÞνες στο ανÜβασμα της ιστοσελßδας) να με ενοχλÞσει Ýνστολα και μßα με πολιτικÜ. Την πρþτη φορÜ που αντÝδρασα σα βλÜκας, εξηγþντας üτι εßμαι με βλÜβη και περιμÝνω το πρωß να πÜω στο συνεργεßο μοý ζÞτησε συγγνþμη επειδÞ κÜποιος τους φþναξε. ΚÜποιος απü τους Ýλληνες πολßτες της περιοχÞς που με εßδε να πÝφτω στο χαντÜκι, να φÝρνω το γερανü να με βγÜλει, να ξελαρυγγιÜζεται ο οδηγüς του üτι πρÝπει αýριο πρωß να πÜω στο βουλκανιζατÝρ, ýστερα τους φþναξε γιατß κοιμÜμαι Ýξω απ´τα πορτοκÜλια του, μην του τα κατουρÞσω. ΚιÜτο. Τη δεýτερη φορÜ που προσπÜθησα ν'αμυνθþ: Γαλαξεßδι, πρωß -κοιμÜμαι στο δρüμο με τα πεýκα Ýξω απ´την πüλη (1500 κÜτοικοι αλλÜ εν τÝλει αυτü δεν εßναι το πρüβλημα). Μια γρια μισüγδυτη, ξεδοντιασμÝνη και εμφανþς περιθωριοποιημÝνη απü τη φτþχεια -προφανþς τρþει απü το συσσßτιο της τοπικÞς εκκλησßας Þ κÜπως Ýτσι- μου χτυπÜ δυνατÜ τα τζÜμια και ουρλιÜζει: "Θα πÜθετε απü την Ýλλειψη οξυγüνου". Ο σκýλος αγριεýει, εγþ πÜω να τον καθησυχÜσω, αυτÞ λÝει σε μια Üλλη, ßδια μ'αυτÞ, δßπλα της: "Δε μιλÜει, μüνο χαιδεýει το σκýλο". ΜετÜ απü δυο λεφτÜ -üχι με το ρολüι, ομολογþ- αυτοκßνητο με οδηγü με πολιτικÜ σταματÜ εμπρüς μου: ευτυχþς εßχα προλÜβει να ντυθþ. Δεν του απαντþ üταν μου απευθýνει το λüγο, κÜνω μανοýβρα και πÜω στη διπλανÞ τηλεκαμπßνα üπου προσπαθþ να τηλεφωνÞσω στην αστυνομßα να ζητÞσω εξηγÞσεις: Ýχω κρατÞσει τον αριθμü κυλκοφορßας του. Ο ΟΤΕ μÜς λÝει üτι ο αριθμüς αυτüς δεν απαντÜ λüγω τεχνικοý προβλÞματος. Το κινητü μου δεν πιÜνει. Βγαßνω απ´την πüλη και ξανασταματþ λßγο πιο πÝρα να προσπαθÞσω ξανÜ: Με περιμÝνουν στην Ýξοδο καρτÝρι, το Γαλαξεßδι Ýχει μια μüνο. ΠÜλι με πολιτικÜ. Δεν τους απαντþ, χρησιμοποιþ εμφανþς το κινητü μου. -Πρüσεχε το σκýλο, μπορεß να ορμÞσει, λÝει ο Ýνας. -Τι να κÜνουμε, Ýχει κινητü, λÝει ο Üλλος. Κλεßνω το παρÜθυρο και ξεκινþ αργÜ... -ΠÜρε τον αριθμü της, ακοýω τον Üλλο πßσω μου. Στην ΙτÝα πÞρα τα 10.000 απü την τρÜπεζα, ο λüγος για τον οποßο εßχα σταματÞσει στο Γαλαξεßδι και Ýβαλα βενζßνη. ΠαρακÜτω στο Ýνστολο μπλüκο σταμÜτησα φυσικÜ και αφοý μου πÞραν τα στοιχεßα μου επειδÞ λÝει δε σταμÜτησα σε σÞμα της τροχαßας πÞρα κι εγþ τον αριθμü του αστυφýλακα κι Ýφυγα χωρßς πρüβλημα. Και στον ´Αγιο Κωνσταντßνο üταν επÝστρεψα απü τη δßωρη πεζοπορßα ως το κοντινüτερο κÜμπιγκ που Þταν κλειστü, ο πρüθυμος ασφαλßτης εßχε εξατμισθεß. Εδþ εßμαστε ΝÝα ΑρτÜκη, Χαλκßδα. Η μπλε ΜερσεντÝς Þρθε δεýτερη φορÜ. ΚÜτι παχουλοß μποýληδες στο τιμüνι και θυμÞθηκα τα συμβÜντα στο κÜστρο του ΚαζαντζÜκη παραμονÝς ευροεκλογþν του ´98, üταν προσπÜθησε να παραβιÜσει το αυτοκßνητο ο Αλβανüς και μüλις Ýφυγε μου κÜναν Ýφοδο οι αστυνομικοß φωνÜζοντας "βγÜλτε Ýξω την τρελλÞ", ο σκýλος τους Ýτριξε γερÜ τα δüντια και δεν τολμοýσαν πÜλι τßποτα να κÜνουν, μüνο κοßταζαν, πÞραν τον αριθμü του αυτοκινÞτου αλλÜ κι εκεß τζßφος γιατß δεν Þταν στ'üνομÜ μου, τρεις μÞνες που το εßχα αγορÜσει. ¶μα το θεþρησα σκüπιμο Üνοιξα το τζÜμι και τους ζÞτησα εξηγÞσεις. "Πþς συνδυÜζεται το γεγονüς πριν απü δυο λεπτÜ να μου επιτεθεß Αλβανüς και μετÜ απü λßγο να μου κÜνετε Ýφοδο;" -Ε, εßμαστε απü πÜνω και βλÝπαμε, Þταν η απÜντηση. Και για να καλýψουν τα οφθαλμοφανÞ πÞγαν και τον Ýφεραν και του εßπαν επß λÝξει "φýγε πριν το μετανοιþσουμε". Και πÞραν και τα στοιχεßα μου τüτε πÜλι. Και την Üλλη μÝρα Þρθε κι Ýνας εργÜτης και μου'πε "ΠÜει Ýνα χιλιαρικÜκι;" και ρþτησα την ερμηνεßα του αινßγματος και μου την εßπε και του Ýδωσα μιαν απÜντηση και Þρθε μετÜ απü λßγο και με παρακαλοýσε, να δεχτþ, λÝει, τη συγγνþμη του. Συνηειδητοποιþ üτι η αφÞγησÞ μου εßναι αποσπασματικÞ Ýτσι καθþς τη χρησιμοποιþ σαν üπλο μÜχης... ΓρÜφω για να μην τρÝμω μα και συχνÜ γελþ. ¼πως προχτÝς στα ΚαμμÝνα Βοýρλα, üπου ψÜχνοντας για μÝρος πÜλι να σταθþ βρÞκα μπροστÜ μου Ýνα κοπÜδι πρüβατα μ'Ýνα παχουλü λευκü αρνÜκι. Του λÝω, εγþ θα φταßω να σε σηκþσω στα χÝρια να σε πÜω στο αμÜξι; Kαι να με πιÜσουν για κλοπÞ αιγοπροβÜτων να πÜμε μÝσα κατÜ τα πατροπαρÜδοτÜ μας Ýθιμα; Ο βοσκüς, στην Üλλη στροφÞ ξεπρüβαλε ýπουλα. Το ßδιο και η ασπροýλα, λßγο πιο κÜτω, üπου κÜποιος μου Ýκοψε το δρüμο και μüνο απü υπερβολικÞ ευσυνειδησßα τÞρησα τον κþδικα προσπαθþντας με το προβληματικü αμÜξι και τη μικρÞ πεßρα οδÞγησης να επανÝλθω στη σωστÞ πορεßα. Την εßδα εκ των υστÝρων και σκÝφθηκα πως η τÞρηση των νüμων, üπως και κÜθε τι Üλλο, δεν μπορεß να εßναι οýτε Ýπαινος οýτε ψüγος, μα ακολουθεß κι αυτÞ τη μη γραμμικÞ πορεßα, αυτü το αüρατο μονοπÜτι που η εγρÞγορη καρδιÜ μπορεß μονÜχα ν´ανασýρει μες απ´το πηχτü σκοτÜδι.
|